Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

ΓΙΩΤΗΣ ΚΥΤΤΑΡΗΣ- Ο Καπότας (Καταυλακιώτικο Μπλουζ)

Ο Γιώτης Κύτταρης (Φωτογραφία Μ.Νταλούκας, 2003)


Ρουκούλατο=Rolling Stones
(Από το ακυκλοφότητο Καταυλακιώτικο Λεξικό)


Ταιριάζει ή όχι, ο ελληνικός στίχος με το Ροκ;

Το τραγούδι «Ο Καπότας» (γραμμένο το 1989, στίχοι και μουσική του Γιώτη Κύτταρη)), είναι μία εξαιρετική (και χιουμοριστική) απάντηση, σε όσους ισχυρίζονται ότι το ροκ, δεν ταιριάζει με τον ελληνικό στίχο. Εδώ, έχουμε την περίπτωση, όχι μόνο στίχου ελληνικού, αλλά και «Καταυλακιώτικου», από το γλωσσάρι δηλαδή, της ντοπιολαλιάς του Πύργου, Ηλείας.


Η λέξη Καταυλακιώτικο, είναι η μονολεκτική συμπύκνωση της φράσης «Κάτω από το Αυλάκι»,  και συνεπώς, σημαίνει,  Πελοποννησιακό προϊόν, αφού με το Αυλάκι, εννοείται η Διώρυγα της Κορίνθου.
Υπήρχε μια κακή φήμη, ιδιαίτερα εκείνα τα χρόνια, ότι, κάτω από τη  Διώρυγα, εκτεινόταν  περιοχή ανομίας. Βεβαίως, συμμορίες, και ζοριλίκια, δεν υπήρχαν μόνο σε Πύργο ή Καλαμάτα, ούτε μόνο στην Πελοπόννησο.  Μάγκες διάφοροι,  παρεπιδημούσαν σε όλη την Ελλάδα, όμως η κακή φήμη ήθελε να γίνεται το σώσε, ιδιαίτερα κάτω από το Αυλάκι, Αυτό, φαίνεται και  στην παλαιά ευχή του κάθε φοβισμένου Αναυλακιώτη πατέρα....Ευχή και κατάρα προς την κόρη του: «Βρες άντρα, από οποιοδήποτε μέρος, αρκεί να μην είναι Κάτω από το Αυλάκι!». 


Ο Γιώτης Κύτταρης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Η οικογένειά του, πολυτεκνική, για βιοποριστικούς λόγους, μετακόμισε στον Πύργο Ηλείας, όταν ο Γιώτης ήταν πέντε χρονών (ο πατέρας του, δούλεψε στο Νοσοκομείο του Πύργου), Εκεί, κάνει παρέες από τις θρυλικές συμμορίες του «Φαρ Ουέστ», αυτής  της ελληνικής επαρχίας (Πύργος και γύρω χωριά). Από μικρός, καταγράφει διάφορες καταστάσεις,  κωμικές έως επικίνδυνες.

Στο cd ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΜΠΛΟΥΖ, υπάρχουν περιγραφές  αυτών των καταστάσεων, όπως το «Μάννα», το «Ρεμπέτικο Μπλουζ» και ο «Καπότας».  

Κατά τη γνώμη μου, «Ο Καπότας», και τα άλλα τραγούδια του cd ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ ΜΠΛΟΥΖ, εκτός από αξιόλογα δείγματα κουλτούρας Καταυλακιωτών, αποτελούν και σημαντικές εκφράσεις του Ροκ στην Ελλάδα.

Θα μιλήσω τώρα, μόνο για το τραγούδι, και στο μέλλον θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο cd


Ο ΚΑΠΟΤΑΣ
Τα παλιά τα χρόνια, κούρνιαζε ένας διακονιάρης κουμπλής, στην άκρη του κόσμου. Εξώγαμο παιδί, της πασίγνωστης Γυφτοχρηστίτσας. Δεν ήταν ρομ, όμως έμοιαζε σαν χτικιό, από τη λίγδα στο τσερβέλο. Η ντελίνα η περιοπής φερομένη σαν τζογανό από απάγκιο σε απάγκιο, όταν το κρύο λιάνιζε το κορμί της. 
Το υποκοριστικό όνομα του παιδιού, Καπότας, μιας κι οι κουραβέλες που φανταζόταν δημιουργούσαν κατσομαλίδα στον υποφαινόμενο μπόγρη. Κανιάμ-κανιάμ δηλαδή, τηράτε μας γειτόνισσες ψαράκια τηγανίζουμε. Από τα ροσόλια που έπινε, του δημιουργούσαν τις φαντασιώσεις μαζί με τα πρικοιούλια, αλλά και το μυαλό του να κλάνει.

Στρεκλώντας να πηγαίνει ρουκουτού και να μανουριάζει με τους γούβηδες και τις μπαρμπούτες, ανάμεσα στο πούσι, το χάραγμα, με τις λασπωμένες ελβιέλες, χωμένες εδεκείλια, στις λούμπες, να κουτουλάει ταβούλι, και να τανιέται στο κατούρημα , όπως το βερβέρυγμα του καμουσιού στα μελίγγια. Γιάτρα το πού χει λάβρα. Να πίνει το τζαβορό, να γίνεται κουέτο λάο- λάο και να ροβολάει σαν αγροτηνέϊτζερ για το σπίτι, νομίζοντας ότι έχει κουραβελίσει όλα τα ντελινά της πόλης. 
Καταυλακιιώτικο μπλουζ.

Το τραγούδι δεν γίνεται κατανοητό, αν δεν γνωρίζεις την Καταυλακιώτικη Πυργιώτικη διάλεκτο. Μία μετάφραση, είναι η εξής...

Ο ΚΑΠΟΤΑΣ (Μετάφραση)

Τα παλιά τα χρόνια, ζούσε (το κούρνιαζε, σημαίνει λαγοκοιμόταν, εδώ με την έννοια του ζούσε) ένας διακονιάρης, γεμάτος τσίμπλες (κουμπλής) στην άκρη του κόσμου (η «άκρη του κόσμου» αποδίδει ποιητικά, την γειτονιά που μεγαλώνει και ο Κύτταρης, στον Πύργο Ηλείας). Εξώγαμο παιδί, της πασίγνωστης Γυφτοχρηστίτσας. Δεν ήταν τσιγγάνος (ρομ), όμως έμοιαζε αρρωστιάρης (χτικιό), από τη λίγδα στο κεφάλι (τσερβέλο).Η μάνα του, ξεπεσμένη πόρνη (ντελίνα) το έπαιζε κυρία (περιοπής) και κυκλοφορούσε (φερομένη) σαν φάντασμα (τζογανό) από στέκι σε στέκι (από απάγκιο σε απάγκιο), όταν είχε ανάγκη από χρήματα (όταν το κρύο λιάνιζε το κορμί της). Το υποκοριστικό όνομα του παιδιού, Καπότας, μιας κι οι έρωτες (κουραβέλες) που φανταζόταν δημιουργούσαν στήση (κατσομαλίδα) στον υποφαινόμενο ψεύτη (μπόγρη). Δήθεν –Δήθεν (Κανιάμ-κανιάμ) δηλαδή, τηράτε μας γειτόνισσες ψαράκια τηγανίζουμε. Από τα κακής ποιότητας κρασιά ( ροσόλια) που έπινε, του δημιουργούσαν τις φαντασιώσεις μαζί με τη χοντροκοιλιά (πρικοιούλια), και το μυαλό του χανόταν (αλλά και το μυαλό του να κλάνει). Παραπατώντας (Στρεκλώντας) να πηγαίνει χωρίς να βλέπει (ρουκουτού) και να τσακώνεται (μανουριάζει) με τους νταήδες ( γούβηδες) και τις πουτάνες (μπαρμπούτες).Στην καταχνιά (ανάμεσα στο πούσι), τα χαράματα (το χάραγμα), με τις λασπωμένες ελβιέλες, χωμένες εδώ κι εκεί (εδεκείλια), στις γούρνες με τις λάσπες (λούμπες), να πηγαίνει με το κεφάλι γερμένο μπροστά (να κουτουλάει ταβούλι), και να σφίγγεται (να τανιέται) στο κατούρημα , όπως τον πόνο (το βερβέρυγμα) του θολού κρασιού (του καμουσιού) στους κροτάφους (στα μελίγγια). Για κοίτα τον (Γιάτρα το) πόσο έχει κάψα (πού χει λάβρα). Να πίνει το χασίς (τζαβορό), να μαστουριάζει (να γίνεται κουέτο) σιγά-σιγά ( λάο- λάο) και να πηγαίνει τρεκλίζοντας (να ρουκουλάει) σαν αγροτηνέϊτζερ για το σπίτι, νομίζοντας ότι έχει πηδήξει (κουραβελίσει) όλα τα πορνίδια (ντελινά) της πόλης.

Καταυλακιώτικο μπλουζ.

1 σχόλιο:

  1. Καποιες διορθωσεις: κουτουλαει=νταγκλες απο την νυστα. Ταβουλι=πρηξημο στην κοιλια........

    ΑπάντησηΔιαγραφή